κύπειρις
κύπειρις [ῠ], ιδος, ἡ, = sq. 2, Nic. Al. 591:—also κύπηρις, εως, ἡ, POxy. 374 (i A.D.).
κύπειρις, ιδος (ἡ) [ῠῐδ] sorte de souchet, Nic. Al. 604.
στύρακος δραχμὰς βʹ, ζμύρνης δραχμὰς βʹ, κρόκου δραχμὰς βʹ, κυπέρεως Ἰταλικῆς δραχμὰς δʹ ... ταῦτα πάντα βάλε εἰς ὅλμον
dos dracmas de estoraque, dos de mirra, dos de azafrán, cuatro de juncia itálica: echa todo esto en un mortero