κυριολογία
κυριολογία, proper meaning
κῡριο-λογία, ἡ,
- = κυριολεξία, Agatharch. 21 (pl.), Phld. Rh. 1.174 S., Longin. 28.1, Magnus ap. Gal. 8.641; proper meaning of a word, A.D. Adv. 190.3; = ἀκριβολογία, Gal. 18(2).526.
κυριο·λογία, ας (ἡ) [ῡ] c. κυριολεξία, Lgn 28.
Étym. κύριος, λόγος.
κυριολογία, [ῡ], ἡ, = κυριολεξία ; Longin. 28 u. a.Sp.