κύφωμα
κύφωμα, hump on the back
κῡφ-ωμα, ατος, τό,
- hump on the back, Hp. Art. 41 (sg. and pl.); κυφώματα σπονδύλων Ruf. ap. Orib. 45.30.43.
κύφωμα, ατος (τὸ) [ῡ] convexité, bosse, Hpc. 807 a et c.
Étym. κυφόω.
κύφωμα, τό, die Krümmung, der Buckel, Hippocr.