κυφότης
κυφότης, a being bent
κῡφ-ότης, ητος, ἡ,
- a being bent or humpbacked, Hld. 6.11.
- II rotundity, Ath. 11.482e.
κυφότης, ητος (ἡ) [ῡ]
1 convexité, gibbosité, Hpc. 387, 20 ||
2 rotondité, Ath. 482e.
Étym. κυφός.
κυφότης, [ῡ], ητος, ἡ, das Gekrümmt-, Buckligsein ; Hippocr.; Heliod. 6.11 ; ἀπὸ τῆς κυφότητος τὸ κύπελλον Ath. XI.482.