κόπαιον
κόπαιον, piece
κόπαιον, τό, (κόπτω)
- piece, Alciphr. 3.7, Callistr. ap. Suid. s.v. σελάχιον.
κόπαιον, ου (τὸ) tranche de poisson, Alciphr. 3, 7, 4.
Étym. κόπτω.
κόπαιον, τό, = κόπειον, ein Stück, εὐμέγεθες Alciphr. 3.7.