κόρη
κόρη, κόρη, ἡ, maiden, girl (noun)
- fem. of κόρος, κοῦρος.
- 1 girl, ἠΰτε κούρη νηπίη ἥ θʼ ἅμα μητρὶ θέουσʼ ἀνελέσθαι ἀνώγει Il. 16.7; μήτε παῖδα μήτε κόραν Schwyzer 324.12 (Delph., iv B. C.); ἔτεκε κόραν IG 42 (1).121.22 (Epid.); with reference to virginity, maiden, κόρην . . οὐκέτʼ, ἀλλʼ ἐζευγμένην S. Tr. 536; παῖς κ. Ar. Lys. 595, D. 21.79 codd.; παρθενικὴ κ. E. Epigr. 2; ἀδελφὴ κ. Th. 6.56; ἀνεδέξαντο τὰς κόρας πέμψειν ἐν Ἴλιον Schwyzer 366 A 2 (Tolophon, iii B. C.); of Nymphs, Pi. P. 3.78; ἐνάλιοι κ. sea-nymphs, Ar. Th. 325 (lyr.): Com., πρέσβειρα πεντήκοντα Κωπᾴδων κορᾶν, of eels, Id. Ach. 883; τευθὶς καὶ Φαληρικὴ κ., i.e. ἀφύη, Eub. 75.4; of maiden-goddesses, however old, as the Eumenides, A. Eu. 68, S. OC 127 (lyr.); the Phorcids, A. Pr. 794; the Sphinx, S. OT 508 (lyr.); the Fates, Pl. R. 617d.
- 2 of a bride, Od. 18.279; young wife, Il. 6.247, E. Or. 1438 (lyr.), Hdn. 3.10.8; or concubine, as Briseis, Il. 1.98, 337, 2.689; καταχύσματα . . κατάχει τοῦ νυμφίου καὶ τῆς κ. the bride, Theopomp.Com. 14; of a ἑταίρα, AP 5.4 (Stat.Flacc.), 219 (Agath.).
- 3 with gen. of a pr. n. added, daughter, νύμφαι κοῦραι Διός Il. 6.420, cf. Sapph. 65, E. Hel. 168 (lyr.), Andr. 897, etc.; κ. Διός, of Athene, A. Eu. 415; Λητῴα κόρη, of Artemis, Id. Fr. 170, S. El. 570; κ. Ἰναχεία, κ. Θεστιάς, A. Pr. 589, E. Hel. 133; Γῆς τε καὶ Σκότου κόραι, i.e. the Furies, S. OC 40; in Thess. Prose, Αἰσχυλὶς Σατύροι (gen.) κόρα IG 9(2).1035 (Gyrton): without gen., Berl.Sitzb. 1927.7 (Locr., V B.C.): in voc., κούρα my daughter, A. Th. 148, S. OC 180 (both lyr.); κόραι Ar. Pax 119.
- 4 metaph., of a colony, Κύμης κ. Hom. Epigr. 1.2; of newly-launched ships, Lyc. 24.
- II puppet, doll, as a childʼs plaything, Hyp. Fr. 199 (v. infr. V), D.Chr. 31.153; small votive image, Pl. Phdr. 230b.
- III pupil of the eye, because a little image appears therein (v. Pl. Alc. 1.133a), κύκλοπα κούρην Emp. 84.8, cf. S. Fr. 710, E. Hec. 972, al., Ar. V. 7, Hp. Prorrh. 2.20, Gal. UP 10.4, Ruf. Onom. 23; αἱ καλούμεναι κ. IG 42(1).122.67 (Epid., iv B. C.); K. κόσμου, title of Hermetic tract, Stob. 1.49.44 tit.
- IV long sleeve reaching over the hand, X. HG 2.1.8.
- V the Attic drachma, because it bore a head of Athena, misinterpr. of Hyp. l.c. ap. Poll. 9.74.
- VI = ὑπέρεικον, Hp. ap. Gal. 19.113.
- VII Archit., female figures as supports, Caryatids, τοὺς λίθους . . τοὺς ἐπὶ τῶν κορῶν IG 1(2).372.86 (Erechtheum).
- B Κόρη, Dor. Κόρα (Cret. Κώρα GDI 5047), Ion. Κούρη, Arc. (?) Κόρϝα IG 5(2).554 (provenance unknown), ἡ:—the Daughter (of Demeter), Persephone, τῇ Μητρὶ καὶ τῇ Κόρῃ (v.l. Κούρῃ) Hdt. 8.65; ναὶ τὰν Κόραν Ar. V. 1438; Δημήτηρ καὶ K. Id. Th. 298, X. HG 6.3.6, IG 2.1217, etc.; τῆς Κόρης ἁρπασθείσης Isoc. 4.28: less freq. K. Δήμητρος E. Alc. 358, cf. Ar. Ra. 337; K. τὴν Διὸς καὶ Δήμητρος Isoc. 10.20.
- II Δηοῦς κ., in Com., = flour, Antiph. 52.9; so μεμαγμένη Δήμητρος κ. Eub. 75.10.
1. meisje, jonge vrouw; dochter:
2. poppetje, beeldje:
3. poppetje, pupil van het oog (vanwege het beeld dat in de pupil wordt gereflecteerd).
4. lange mouw (van Perzisch gewaad).
5. als eigennaam
1) Mädchen, Jungfrau, Tochter ; ἠΰτε κούρη νηπίη, ἥθʼ ἅμα μητρὶ θέουσʼ ἀνελέσθαι ἀνώγει Il. 16.7 ; von der Briseis, πρίν γʼ ἀπὸ πατρὶ φίλῳ δόμεναι ἑλικώπιδα κούρην 1.98, öfter ; sehr gew. heißen die Nymphen κοῦραι Διὸς αἰγιόχοιο ; die Braut, Od. 18.279 ; die junge Frau, die Neuvermählte, Il. 6.247 ; vgl. Eur. Or. 1436 ; die Tragg. gewöhnl. κόρη, aber auch κούρα, Aesch. Spt. 133, wie Soph. O.C. 176 (bei dem ἁ πτερόεσσα κόρα die Sphinx heißt, O.R. 509); Eur. I.T. 210 ; in Prosa nur κόρη, ἤδη δʼ εἰς ἀνδρὸς ὥραν ἡ κούσης τῆς κόρης Plat. Critia. 113d, καὶ κόρας καὶ γυναῖκας Legg. VII.813e, παιδὸς οὔσης κόρης Dem. 21.79. – Vorzugsweise heißt so in Attika Proserpina, Eur. Alc. 855 u. A.; ναὶ τὰν Κόραν, Ar. Vesp. 1438 ; τὰ Δήμητρος καὶ Κόρης ἱερά, Xen. Hell. 6.3.6.
2) eine Puppe von Wachs, Ton od. anderen Stoffen, B.A. 272 τὸ σμικρὸν ἀγαλμάτιον τὸ γύψινον ἢ πήλινον ; so ἀπὸ τῶν κορῶν τε καὶ ἀγαλμάτων Plat. Phaedr. 230b ; Sp.; Ep.adesp. 115 (VI.280).
3) die Pupille im Auge, weil in ihr ein Bildchen des Hineinsehenden erscheint, vgl. Plat. Alc.I, 133a u. Medic. Oft bei Eur., ὀμμάτων ξηραῖς κόραις Or. 389 ; geradezu für Auge, προσβλέπειν ὀρθαῖς κόραις Hec. 979, vgl. Bacch. 746 ; κόραι στάζουσι δακρύοις Ion 876 ; auch in der Anth. – Nach Poll. 9.74 auch eine Münze in Athen.
Bei Xen. Hell. 2.1.8 ein langer über die Hand hinaus reichender Aermel.
1
πλάσον ἄρτον, [π]έμματα, δώδεκα κόρας
amasa un pan, pasteles y doce figurillas
2
te invoco a ti, Hermes, descubridor de ladrones, y a Helios y a las pupilas de Helios
- Afem. of κόρος, κοῦρος
- 1a maiden, maid, damsel, Lat. puella, Il., Soph., etc.
- 2a bride, young wife, Hom., Eur.
- 3a daughter, κοῦραι Διός Il.; κ. Διός, of Athene, Aesch.:—in voc., κούρα my daughter, Aesch., Soph.
- IIthe pupil of the eye, Lat. pupula, because a little image appears therein, Eur., Ar.
- IIIa long sleeve reaching over the hand, Xen.
- BΚόρη, Doric Κόρα, Ionic Κούρη, ἡ, Cora, the Daughter (of Demeter), name under which Persephone (Proserpine) was worshipped in Attica, τῇ Μητρὶ καὶ τῇ Κούρῃ Hdt., etc.; Δημήτηρ καὶ Κόρη Xen., etc.
-
…τοῦ ἐμβλέποντος εἰς τὸν ὀφθαλμὸν τὸ πρόσωπον ἐμφαίνεται ἐν τῇ τοῦ καταντικρὺ ὄψει ὥσπερ ἐν κατόπτρῳ, ὃ δὴ καὶ κόρην καλοῦμεν, εἴδωλον ὄν τι τοῦ ἐμβλέποντος ; ἀληθῆ λέγεις. ὀφθαλμὸς ἄρα ὀφθαλμὸν θεώμενος, καὶ ἐμβλέπων εἰς τοῦτο…
Plato, Alcibiades 1
-
…οὐ πρότερον ἠθέλησεν ἀπελθεῖν, πρὶν αὐτὸν ἡγούμενοι δεινὰ ποιεῖν οἱ παραγενόμενοι καὶ οἱ μετʼ αὐτοῦ ἐλθόντες, ἐπὶ παῖδας κόρας καὶ ὀρφανὰς εἰσιόντα, ἐξήλασαν βίᾳ. καὶ τοσούτου ἐδέησεν αὐτῷ μεταμελῆσαι τῶν ὑβρισμένων, ὥστε ἐξευρὼν οὗ ἐδειπνοῦμεν ἀτοπώτατον…
Lysias, Speeches
-
…, ὣς φέρετʼ ἂμ πέλαγος πουλὺν χρόνον, ἀμφὶ δὲ λευκὸς ἀφρὸς ἀπʼ ἀθανάτου χροὸς ὤρνυτο · τῷ δʼ ἔνι κούρη ἐθρέφθη · πρῶτον δὲ Κυθήροισιν ζαθέοισιν ἔπλητʼ, ἔνθεν ἔπειτα περίρρυτον ἵκετο Κύπρον. ἐκ δʼ ἔβη αἰδοίη καλὴ θεός…
Hesiod, Theogony
-
…χωρεῖτε νῦν ἱερὸν ἀνὰ κύκλον θεᾶς, ἀνθοφόρον ἀνʼ ἄλσος παίζοντες οἷς μετουσία θεοφιλοῦς ἑορτῆς · ἐγὼ δὲ σὺν ταῖσιν κόραις εἶμι καὶ γυναιξίν, οὗ παννυχίζουσιν θεᾷ, φέγγος ἱερὸν οἴσων. χωρῶμεν ἐς πολυρρόδους λειμῶνας ἀνθεμώδεις, τὸν ἡμέτερον…
Aristophanes, Frogs
-
…· ἦ γὰρ δηρὸν ἀπὸ χροός ἐστιν ἀλοιφή. ἄντην δʼ οὐκ ἂν ἐγώ γε λοέσσομαι · αἰδέομαι γὰρ γυμνοῦσθαι κούρῃσιν ἐυπλοκάμοισι μετελθών. ὣς ἔφαθʼ, αἱ δʼ ἀπάνευθεν ἴσαν, εἶπον δʼ ἄρα κούρῃ. αὐτὰρ ὁ ἐκ ποταμοῦ…
Homer, Odyssey
-
…μὴ Περσαίου θυγάτηρ ἀταλὰ φρονέουσα ἄιεν ἐξ ἄντρου, Ἑκάτη λιπαροκρήδεμνος, Ἠέλιός τε ἄναξ, Ὑπερίονος ἀγλαὸς υἱός, κούρης κεκλομένης πατέρα Κρονίδην · ὃ δὲ νόσφιν ἧστο θεῶν ἀπάνευθε πολυλλίστῳ ἐνὶ νηῷ, δέγμενος ἱερὰ καλὰ παρὰ θνητῶν ἀνθρώπων…
NA, Homeric Hymns
-
…οὔποτʼ ἔγωγʼ ἄν, πρὶν ἴδοιμʼ ὀρθὸν ἔπος, μεμφομένων ἂν καταφαίην. φανερὰ γὰρ ἐπʼ αὐτῷ, πτερόεσσʼ ἦλθε κόρα ποτέ, καὶ σοφὸς ὤφθη βασάνῳ θʼ ἁδύπολις τῷ ἀπʼ ἐμᾶς φρενὸς οὔποτʼ ὀφλήσει κακίαν. ἄνδρες πολῖται, δείνʼ…
Sophocles, Oedipus Tyrannus
-
…τὸν Θρήϊκα παῦσαν ἀοιδῆς Οἰχαλίηθεν ἰόντα παρʼ Εὐρύτου Οἰχαλιῆος · στεῦτο γὰρ εὐχόμενος νικησέμεν εἴ περ ἂν αὐταὶ Μοῦσαι ἀείδοιεν κοῦραι Διὸς αἰγιόχοιο · αἳ δὲ χολωσάμεναι πηρὸν θέσαν, αὐτὰρ ἀοιδὴν θεσπεσίην ἀφέλοντο καὶ ἐκλέλαθον κιθαριστύν · τῶν αὖθʼ ἡγεμόνευε…
Homer, Iliad
-
…, υἱεῖς ὄντας τῆς Δαρειαίου ἀδελφῆς τῆς τοῦ Ξέρξου τοῦ Δαρείου πατρός, ὅτι αὐτῷ ἀπαντῶντες οὐ διέωσαν διὰ τῆς κόρης τὰς χεῖρας, ὃ ποιοῦσι βασιλεῖ μόνον · ἡ δὲ κόρη ἐστὶ μακρότερον ἢ χειρίς, ἐν ᾗ τὴν χεῖρα…
Xenophon, Hellenica
-
…. γηθοσύνας δὲ δέχοντο παρʼ ἀλλήλων ἔδιδόν τε. τῇσιν δʼ ἐγγύθεν ἦλθʼ Ἑκάτη λιπαροκρήδεμνος · πολλὰ δʼ ἄρʼ ἀμφαγάπησε κόρην Δημήτερος ἁγνῆς · ἐκ τοῦ οἱ πρόπολος καὶ ὀπάων ἔπλετʼ ἄνασσα. ταῖς δὲ μετάγγελον ἧκε βαρύκτυπος εὐρύοπα Ζεὺς Ῥείην…
NA, Homeric Hymns