κύβης
κύβης, a dicer, gambler
κύβης, ου, ὁ,
- = κυβευτής, Hsch. κυβησίνδα [παίζειν], play at ἐγκοτύλη, Poll. 9.122, cf. Hsch., Phot. κυβητίζω· ἐπὶ κεφαλὴν ῥίψω, Hsch.