κυβίστημα
κυβίστημα, a summerset
κῠβίστ-ημα, ατος, τό,
- somersault, Luc. Anach. 18.
κυβίστημα, ατος (τὸ) [ῠ] culbute, Luc. Anach. 18.
Étym. κυβιστάω.
κυβίστημα, τό, der Purzelbaum, das Radschlagen, Luc. Gymn. 18.
κυβίστημα
from κῠβιστάω
κῠβίστημα, ατος, τό,
- a summerset, Luc.