λίξ
λίξ· πλάγιος, καὶ λίθος πλατύς, Hsch.; also,
- = πνευμονία, νόσος, Id. λιολεθρίᾳ· παντελεῖ ὀλέθρῳ, Id. λιοπέτριον· λίθος λεῖος, Id.
λίξ indecl. earth, a magical word Clem. Str. 5.8.45.2.