Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λιπανθρωπία
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λινόω
λίντεος
λιντήρ
λινυφαντεῖον
λινυφαντικός
λινυφαρία
λινυφάριος
λινυφεῖον
λινυφής
λινυφικός
λινύφιον
λίνυφος
λινῳδία
λινωνία
λίνωσις
λίξ
λίξις
Λίξος
Λιουϊανός
Λιουΐλλα
Λιούϊος
λιπ-
λίπα
λιπάδελφος
λιπάζω
λιπαίνω
λιπαλγής
λιπανδρ-
λιπανδρέω
λιπανδρία
λιπανθρωπία
λίπανσις
λιπαντέον
λιπαντικός
Λίπαξος
Λιπάρα
Λιπαραῖος
λιπαράμπυξ
λιπαραυγής
Λιπαρεῖς
Λιπαρεύς
λιπαρέω
Λιπάρη
λιπαρής
λιπάρησις
λιπαρητέον
λιπαρητέος
λιπαρία
λιπαριάζω
λιπαρίσχιος
λιπαροβῶλαξ
λιπαρόγειος
λιπαρόζωνος
λιπαρόθρονος
λιπαροκρήδεμνος
λιπαρόμματος
λιπαροπλόκαμος
λιπαροποιέω
λιπαροποιός
λιπαρός
Λίπαρος
…
λιπανθρωπία
Save
LSJ
λῐπανθρωπία, ἡ, = foreg.,
Eust.
23.39.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}