Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λινυφαρία
Brill-Montanari
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λινοτόμοι
λινοτόμος
λινούγιον
λινούδιον
λινουλκός
λινοῦλκος
λινουργεῖον
λινουργέω
λινουργία
λινουργός
λινοῦς
λινοϋφεῖον
λινοϋφής
λινοϋφικός
λινοΰφιον
λινόϋφος
λινοῦχος
λινοφακός
λινοφάντης
λινοφθόρος
λινοφόρος
λινοχίτων
λινόχλαινος
λινόχορτος
λινόχρυσος
λινόω
λίντεος
λιντήρ
λινυφαντεῖον
λινυφαντικός
λινυφαρία
λινυφάριος
λινυφεῖον
λινυφής
λινυφικός
λινύφιον
λίνυφος
λινῳδία
λινωνία
λίνωσις
λίξ
λίξις
Λίξος
Λιουϊανός
Λιουΐλλα
Λιούϊος
λιπ-
λίπα
λιπάδελφος
λιπάζω
λιπαίνω
λιπαλγής
λιπανδρ-
λιπανδρέω
λιπανδρία
λιπανθρωπία
λίπανσις
λιπαντέον
λιπαντικός
Λίπαξος
Λιπάρα
…
λινυφαρία
Save
Brill-Montanari
λῐνῠφαρία
-ας, ἡ [λίνον, ὑφαίνω]
a female linen-weaver
PG
41.24.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}