Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λίσγον
Brill-Montanari
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λιπόχριστος
λιπόχροος
λιπόχρως
λιποψυχέω
λιποψυχία
λιποψυχώδης
λιπόω
λιπόων
λίπτομαι
λίπτω
Λιπυΐα
λιπυρία
λιπυρίας
λιπυρίης
λιπυρικός
λιπύριον
λιπυριώδης
λιπώδης
λιραίνω
λίρινος
λιριόεις
λίριον
Λῖρις
λιρός
λιρόφθαλμος
λίς
λῖς
λίσαι
Λίσαι
λισγάριον
λίσγον
λίσγος
λίσῃ
λίσκος
λίσομαι
Λίσος
λίσπαι
λίσποι
λισπόπυγος
λισπόπυξ
λίσπος
λίσσαι
λισσάνιος
λισσάς
λίσσασθαι
λίσσομαι
λισσός
Λίσσος
λισσόω
λίσσω
λίσσωμα
λίσσωμεν
λίσσωσις
λιστός
λιστραίνω
λιστρεύω
λιστρήρ
λιστρῆρες
λίστριον
λιστρίον
λίστρον
…
λίσγον
Save
Brill-Montanari
λίσγον
-ου, τό [
cf.
Lat.
ligo?]
spade
[Caes.]
2.102 (38.968).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}