λιπυριώδης Save Brill-Montanari Bailly 2024 Pape λῐπῠριώδης -ες [λιπυρία] intermittent (of fever) Hp. epist. 21. λιπυριώδης, mieux que λειπυριώδης, ης, ες [λῐ] c. le préc. Hpc. 1288, 19. Étym. λιπυρία, -ωδης. λιπυριώδης, ὁ, s. λειπυρίας.