Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λάπεδον
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λαοτόρος
λαοτρόφος
λαότροφος
λαοτύπος
Λαουϊνία
Λαουινϊάται
Λαουΐνιον
λαοφθόρος
λαοφόνος
λαοφόρος
Λαοφόων
Λαοφῶν
λαοχαρής
λάπαγμα
λαπαγμός
λαπαδνός
λαπάζειν
λαπάζω
λαπαθοειδής
λάπαθον
λάπαθος
λαπακτικός
λάπαξις
λαπάρα
λαπάρη
λαπαρός
λαπαρότης
λαπαρῶς
λαπάσσω
λαπάττω
λάπεδον
Λαπέρσιος
Λαπέρσιος Ζεύς
λάπη
Λάπηθος
λαπήνη
λαπιδόρχας
λαπίζω
Λαπίθαι
Λαπίθαιον
Λαπιθανός
Λαπίθης
Λάπιθος
λαπικτής
λάπισμα
λαπίσσω
λαπιστής
λαπίστρια
λάπος
λάππειν
λάπτης
λαπτικός
λαπτυήρ
λάπτω
λαπύρια
λαπώδης
λαπῷος
Λὰρ
Λάρανδα
Λαρανδεύς
λάρβασον
…
λάπεδον
Save
Bailly 2024
λάπεδον,
ου
(
τὸ
)
[
ᾰ
]
c.
δάπεδον
,
Lyc.
617 conj. Mein.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}