λαπικτής Save LSJ Brill-Montanari Pape λᾰπ-ικτής, = λαπιστής, Hsch. λαπικτής , οῦ, ὁ [λαπίζω] boaster, braggart Hsch. λαπικτής, ὁ, λαπιστής, Phot.