λείων
λείων,
- v. λέων. λείως, Adv. of λεῖος (q.v.).
- II v. λέως.
λείων see λέων.
λείων, v. λέων.
λείων, οντος, ὁ, p. = λέων, in der Form λείουσι, Il. 5.782, 15.592.
λείων, ονος,
Epic for λέων.