λειώδης
λειώδης, smooth
λειώ-δης, ες,
- = λεῖος, smooth, even, Suid.
λειώδης -ες [λεῖος ] smooth pKöln 198.2 (IIICE) L. Sud.
λειώδης, ες, wie glatt, λεῖος, eben, Suid.
λειώδης
λει-ώδης, ες
εἶδος
= λεῖος,
- smooth; as pr. n. in Hom.