Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λευκάργιλος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λευκαῖναι
λευκαίνω
Λευκαῖος
λευκάκανθα
λευκάλφιτος
λευκάμπυξ
λευκανθεμίς
λευκάνθεμον
λευκάνθεμος
λευκανθέω
λευκανθής
λευκανθίζω
λευκανία
Λευκανία
λευκανίη
λευκανίηθεν
λευκανίηνδε
Λευκανίς
λευκανίων
Λευκανοί
Λευκανός
λεύκανσις
λευκαντέον
λευκαντής
λευκαντικός
λευκαντικῶς
λευκάντυξ
Λευκάνωρ
λευκάργιλ(λ)ος
λευκάργιλλος
λευκάργιλος
λευκάς
Λευκάς
Λευκὰς πέτρη
λευκασία
λευκασμός
λεύκασπις
Λεύκασπις
Λευκάτας
λευκαυγής
λευκαχάτης
λευκέα
λευκελεφάντινα
λευκελεφάντινος
λευκερινεός
λευκερίνεως
λευκέρυθρος
λευκερυθροφωσφόρος
λευκερυθρόχρους
λευκερῳδιός
λευκερώδιος
λευκερῴδιος
λεύκη
Λευκή
Λεύκη
Λευκὴ
Λευκὴ ἀκτή
λευκηναί
λευκηπατίας
λευκήπειρος
λευκήρετμος
…
λευκάργιλος
Save
Pape
λευκάργιλος
, [ῑ],
mit weißem Ton
, Strab. IX.440.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}