λιθάς
λιθάς, a shower of stones
λῐθ-άς, άδος, ἡ,
- = λίθος, stone, σεῦεν κύνας . . πυκνῇσιν λιθάδεσσιν Od. 14.36; θάλαμον δέμον . . πυκνῇσιν λ. 23.193; collectively, shower of stones, A. Th. 158 (lyr.); heap of stones, λιθάδας τε καὶ ἕρμακας ἐνναίοντες, of snakes, Nic. Th. 150 (v.l. λίθακας).
λῐθάς -άδος, ἡ [λίθος ] stone Od. 14.36, 23.193 | collect. rain of stones, hail of stones: λ. ἔρχεται there comes a shower of stones Aeschl. Sept. 158.
λιθάς, άδος (ἡ) [ῐᾰδ]
1 petite pierre, Od. 14, 36 ; 23, 193 ||
2 pluie ou grêle de pierres, Eschl. Sept. 158.
Étym. λίθος.
λιθάς, άδος, ἡ, = λίθος ; σεῦεν κύνας – πυκνῇσιν λιθάδεσσι Od. 14.36, θάλαμον δέμον, ὄφρʼ ἐτέλεσσα πυκνῇσιν λιθ., 23.193 ; – ἀκροβόλων δʼ ἐπάλξεων λιθὰς ἔρχεται Aesch. Spt. 159.
λιθάς
-άδος, ἡ
[λίθος.]
In dat. pl. λιθάδεσσι.
- 1
A stone : σεῦεν κύνας πυκνῇσιν λιθάδεσσιν Od. 14.36.
- 2
In pl., stones used in construction Od. 23.193.
- 1
λιθάς , άδος, dat. pl. λιθάδεσσι= λίθος. (Od.)
λιθάς
λῐθάς, άδος,
= λίθος, Od.
- collectively in sg., a shower of stones, Aesch.