λίθειος Save LSJ Pape λῐθ-ειος, α, ον, = λίθινος, βολή Sch. A. Pr. 561, 677; also -ος, ον Suid. λίθειος, auch 2 Endgn, steinern, Sp., βολή, Steinwurf, Schol. Aesch. Prom. 563.