Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λίζω
Pape
Autenrieth Homer
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λιγυρίζω
λιγύριον
λιγύρισμα
λιγυρόθροος
λιγυρόκτυπος
λιγυροκώτιλος
λιγυρόπνοος
λιγυρός
λίγυρος
λιγυρότης
λιγυρόφωνος
λιγυρῶς
λιγύς
Λίγυς
λίγυσμα
λιγυστικόν
Λιγυστικός
Λιγυστίνη
Λιγυστῖνος
Λιγυστίς
λιγυσφάραγος
λιγύτης
λιγυφεγγέτις
λιγύφθογγος
λιγυφωνέω
λιγύφωνος
λίγω
Λίδη
λιδρίον
λίζιος
λίζω
λίην
λιθαγωγία
λιθαγωγός
λιθάζω
λιθακός
λιθαναβολεύς
λίθαξ
λιθαργύρεος
λιθαργύρινος
λιθάργυρος
λιθαργυροφανής
λιθαρίδιον
λιθάριον
λιθάς
λιθάσβεστος
λίθασμα
λιθασμός
λιθαστής
λιθαστικός
λιθάω
λιθέα
λιθεία
λίθειος
λιθέμπορος
λίθεος
λιθεύω
λιθηγός
λιθηγὸς
λιθηλογής
λιθία
…
λίζω
Save
Pape
Autenrieth Homer
λίζω
, nach Hesych. βήσσει, παίζει. Vgl. λίγγω.
λίζω : see λίγγω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}