Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λιθίνως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λιθάργυρος
λιθαργυροφανής
λιθαρίδιον
λιθάριον
λιθάς
λιθάσβεστος
λίθασμα
λιθασμός
λιθαστής
λιθαστικός
λιθάω
λιθέα
λιθεία
λίθειος
λιθέμπορος
λίθεος
λιθεύω
λιθηγός
λιθηγὸς
λιθηλογής
λιθία
λιθιακά
λιθιακός
λιθίασις
λιθιάω
λιθίδιον
λιθίζω
λιθικός
λίθινος
λιθινότης
λιθίνως
λιθίον
λίθιον
λίθιος
λιθίς
λιθοβάλλω
λιθόβασις
λιθοβλής
λιθόβλητος
λιθοβολεύω
λιθοβολέω
λιθοβόλημα
λιθοβολήσιμος
λιθοβόλησις
λιθοβόλητος
λιθοβολία
λιθοβόλια
Λιθοβόλια
λιθοβολικός
λιθοβολισμός
λιθοβολιστικός
λιθοβολίτης
λιθοβόλος
λιθόβολος
λιθόγληνος
λιθογλύπτης
λιθογλυφής
λιθογλυφία
λιθογλυφικός
λιθογλύφος
λιθογλώχιν
…
λιθίνως
Save
Bailly 2024
λιθίνως
[
ῐῐ
]
adv.:
βλέπειν
,
Xén.
Conv.
4, 24,
avoir l’air pétrifié.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}