Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λιθομανία
Brill-Montanari
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λιθοθήκτης
λιθοθήρας
λιθοικοδόμητος
λιθοκαλλής
λιθοκάρδιος
λιθοκέφαλος
λιθόκολλα
λιθοκόλλα
λιθοκόλλητος
λιθόκολλος
λιθοκομικόν
λιθοκοπέω
λιθοκοπία
λιθοκοπικός
λιθοκόπος
λιθοκρήδεμνος
λιθοκτονέω
λιθοκτονία
λιθολάβος
λιθολαμπής
λιθολευστέω
λιθολεύστης
λιθολεύστησις
λιθόλευστος
λιθολογέω
λιθολόγημα
λιθολογία
λιθολόγιος
λιθολόγος
λιθομανής
λιθομανία
λιθόξεστα
λιθόξεστος
λιθοξόανος
λιθοξοεῖον
λιθοξοέω
λιθοξοϊκός
λιθοξόος
λιθοξοῦς
λιθοξύστης
λιθοπλάξ
λιθοποιέω
λιθοποιός
λιθοπρίστης
λιθοπυργία
λιθοπυρίτης
λιθόριον
λιθόρρινος
λίθος
λιθοσόος
λιθοσπαδής
λιθόσπερμον
λιθόσπορον
λιθοσσόος
λιθοστεγής
λιθόστρατος
λιθόστρωτος
λιθοσύνθετος
λιθοτέκτων
λιθοτμήτος
λιθοτομεῖον
…
λιθομανία
Save
Brill-Montanari
λῐθομανία
-ας,
ἡ
[λιθομανής]
obsession with building
Pall.
Io.
6.62.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}