λιθοξοεῖον
λιθοξοεῖον, workshop of a λιθοξόος
λῐθοξο-εῖον, τό,
- workshop of a λιθοξόος, Gloss.
λιθοξοεῖον, τό, Werkstätte des λιθοξόος.
λιθοξοεῖον, workshop of a λιθοξόος