λιπόκωπος
λιπόκωπος, without handle
λῐπό-κωπος, ον,
- without handle, φασγανίδες cj. Toup in AP 6.307 (Phan.) for λιποκόπτους or λιποκόπρους.
λῐπόκωπος -ον [λείπω , κώπη ] without a handle Phan. (AP 6.307.3).
λιπό·κωπος, ος, ον [ῐ] sans poignée, Anth. 6, 307 vulg., conj. λιθόκωπος, à poignée de pierre.
Étym. λ. κώπη.
λιπόκωπος, ohne Griff, φασγανίδες, Phani. 6 (VI.307), wo cod. Vat. λιπόκοπτος hat.