λιποπωγωνία
λιποπωγωνία, want of beard
λῐπο-πωγωνία, ἡ,
- want of beard, Crates Com. 22.
λῐποπωγωνία -ας, ἡ [λείπω , πώγων ] lack of a beard Crat. 26.
λιπο·πωγωνία, mieux que λειπο·πωγωνία, ας (ἡ) manque de barbe, Cratès fr. 22.
Étym. λείπω, πώγων.