About
Menu

λογοποιικός

λογοποιικός, of or like a λογοποιός

λογοποι-ικός, ή, όν,
  • of or like a λογοποιός: ἡ -κὴ τέχνη, = λογογραφική, Pl. Euthd. 289c.

Saved

Recent