λόγχα
λόγχα, spear
λόγχα
- 1spear πελεμιζόμενοι ὑπʼ ἀλεξιμβρότῳ λόγχᾳ i. e. spearsmanship N. 8.30 χαλκέας λόγχας ἀκμᾷ N. 10.60 ἀλλαλοφόνους ἐπάξαντο λόγχας ἐνὶ σφίσιν αὐτοῖς fr. 163.