Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λογοπράκτωρ
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λογοιατρεία
λογοκλοπεία
λογοκλοπία
λογολεσχέω
λογολέσχης
λογομάγειρος
λογομανέω
λογομαχέω
λογομαχία
λογομάχος
λογόμιμος
λογομύθιον
λογονεχόντως
λογοπείθεια
λογοπλάθος
λογοπλάστης
λογοποιέω
λογοποίημα
λογοποιητική
λογοποιία
λογοποιΐα
λογοποιϊκή
λογοποιϊκὴ
λογοποιικός
λογοποιϊκός
λογοποιός
λογοποτέω
λογοπραγέω
λογοπραγία
λογοπράκτης
λογοπράκτωρ
λογοπράτης
λογοπώλης
λόγος
λογοσκόπος
λογοσοφία
λογοσυλλεκτάδης
λογοτέχνης
λογότροπος
λογούριον
λογοφίλης
λογόφιλος
λογοχαρής
λογόω
λογύδριον
λόγχα
λογχάζω
λογχαῖος
λογχάριον
Λογχάτης
λογχεύω
λόγχη
Λόγχη
Λογχή
λογχήρης
λογχηφόρος
λογχιάζω
λογχίδιον
λόγχιμος
λογχίον
λογχίς
…
λογοπράκτωρ
Save
LSJ
λογο-πράκτωρ, ορος, ὁ, dub. sens. in
PBaden
26.40 (iii A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}