λυγδίνεος
λυγδ-ίνεος [ῐ], α, ον,
- = sq. 2, δειρή AP 5.47 (Rufin.).
λυγδίνεος -α -ον [λύγδος ] marble-white Rufin. (AP 5.48.3) (of a neck).
λυγδίνεος, α, ον [ῐ] c. le suiv. Anth. 5, 48.
λυγδίνεος, = λύγδινος, λυγδινέη δειρή Rufin. 36 (V.48).
λυγδίνεος
λυγδίνεος (ῐ), η, ον
= λύγδινος, Anth.