Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Morpho
Retro
About
Bookmarks
Toggle dark mode
λύγα
Brill-Montanari
Save
Menu
×
Morpho
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
▲ earlier
λοχισμός
λοχίτης
Λοχίτης
λοχῖτις
λοχῖτις ἐκκλησία
λόχμα
λοχμάζω
λοχμαῖος
λόχμη
λόχμιος
λοχμίς
λοχμόομαι
λοχμώδης
λόχον
λόχονδε
λοχός
λόχος
Λόχος
λοχόωσι
λοχώ
λόω
λςʹ
λύα
λυάζω
Λυαῖος
λυαῖος
λυάω
λυβάζειν
λυβάζω
λύβερνος
λύγα
λυγάζω
λύγαια
λύγαιον
λυγαῖος
λύγαος
λυγγαίνω
λυγγανάομαι
λυγγανόμενον
λυγγάνω
λύγγιος
λυγγούριον
λύγγουρος
λυγγώδης
Λύγδαμις
λύγδη
λύγδην
λυγδίνεος
λύγδινος
λύγδος
λυγέα
λύγειος
λύγη
λυγηρός
λυγίζομαι
λυγίζω
λύγινος
λυγιξεῖν
λύγιον
λύγιος
λύγισμα
…
λύγα
Save
Brill-Montanari
λύγα
-ας,
ἡ
Hegesip.
2
(
AP
6.266.4) (
codd.
),
Dor.
for
λύγη.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}