Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λυχνικόν
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λυττεῖ
λυττέω
λύττια
Λύττιος
λυττός
Λύττος
λύττος
λύτωρ
λυτῶς
λυτώτης
λυχναῖος
λυχναπτέομαι
λυχνάπτης
λυχνάπτιον
λυχνάπτρια
λυχνάριον
λυχναψία
λυχνέα
λυχνεῖον
λυχνέλαιον
λυχνεύς
λυχνεύω
λυχνεών
λυχνία
λυχνιάζω
λυχνιαῖος
λυχνίας
λυχνίας λίθος
λυχνίδιον
Λυχνιδός
λυχνικόν
λυχνικός
λυχνίον
λύχνιον
λυχνίς
λυχνίσκος
λυχνίτης
λυχνῖτις
λυχνόβιος
λυχνοβόρος
λυχνοειδής
λυχνοκαΐα
λυχνοκαυστέω
λυχνοκαυτέω
λυχνοκαυτία
λυχνοκοέω
λυχνοκῶσα
λυχνομαντεία
λυχνομαντεῖον
λύχνον
λυχνοποιέω
λυχνοποιία
λυχνοποιΐα
λυχνοποιός
λυχνόπολις
Λυχνόπολις
λυχνοπωλέω
λυχνοπώλης
λύχνος
λυχνοῦχος
λυχνοφορέω
…
λυχνικόν
Save
Pape
λυχνικόν
, τό,
die Zeit des Tages, wo man Licht ansteckt
, Sp.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}