λυχνάπτρια Save LSJ Brill-Montanari Pape λυχν-άπτρια, ἡ, fem. of λυχνάπτης, IG 3.162. λυχνάπτρια -ας, ἡ [λυχνάπτης] iBulg. 1517.30 (IIICE), fem. of λυχνάπτης. λυχνάπτρια, fem. zu λυχνάπτης, Inscr. 481.