Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λυτώτης
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λυτηριάς
λυτήριον
λυτήριος
Λυτιέρσας
λυτικός
λύτο
λυτός
λύτρον
λυτροχαρής
λυτρόω
λυτρών
λυτρώσιμος
λύτρωσις
λυτρωτέον
λυτρωτέος
λυτρωτήριος
λυτρωτής
λυτρωτικός
λυτρωτός
λύττα
λυττάω
λυττεῖ
λυττέω
λύττια
Λύττιος
λυττός
Λύττος
λύττος
λύτωρ
λυτῶς
λυτώτης
λυχναῖος
λυχναπτέομαι
λυχνάπτης
λυχνάπτιον
λυχνάπτρια
λυχνάριον
λυχναψία
λυχνέα
λυχνεῖον
λυχνέλαιον
λυχνεύς
λυχνεύω
λυχνεών
λυχνία
λυχνιάζω
λυχνιαῖος
λυχνίας
λυχνίας λίθος
λυχνίδιον
Λυχνιδός
λυχνικόν
λυχνικός
λυχνίον
λύχνιον
λυχνίς
λυχνίσκος
λυχνίτης
λυχνῖτις
λυχνόβιος
λυχνοβόρος
…
λυτώτης
Save
Pape
λυτώτης
, ὁ, soll bei Strab., wo es
v.l.
für λιθώδης ist, »locker« heißen.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}