Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λωτοβοσκός
λωτοβοσκός, lotus-eating
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λωποδύτης
λωποδυτία
λῶπος
λωρί(ο)ν
λωρίζω
λωρίκιον
λωρίον
λωροκάπιστρον
λωρόν
λῶρον
λῶρος
λωροτομέω
λωροτόμος
Λώρυμα
λωρυμνόν
λῷστος
λωστύς
Λώτ
λῶταξ
λωτάριον
λωτεῦντα
λωτέω
λωτήριον
λωτίζομαι
λωτίζω
λωτίκιον
λώτινον
λώτινος
λῶτις
λώτισμα
λωτοβοσκός
λωτοειδής
λωτόεις
λωτοκηρίον
λωτομήτρα
λωτός
Λῶτος
λωτοτρόφος
λωτοῦντα
Λωτοφαγία
Λωτοφαγὶς Σύρτις
Λωτοφάγοι
λωτοφάγοι
λωτοφάγος
λωτοφόρος
λωτοφυσητής
λωτρόν
λωτροχόος
λωφάξαλος
λῶφαρ
λωφάω
λωφέω
λωφήϊος
λώφημα
λώφησις
λώψ
λῴων
μ
Μ
Μ, μ
μʹ
…
λωτοβοσκός
Save
λωτοβοσκός, lotus-eating
LSJ
λωτο-βοσκός, όν,
lotus-eating,
φῦλον
Trag.Adesp.
236.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}