Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λωτοφυσητής
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λῷστος
λωστύς
Λώτ
λῶταξ
λωτάριον
λωτεῦντα
λωτέω
λωτήριον
λωτίζομαι
λωτίζω
λωτίκιον
λώτινον
λώτινος
λῶτις
λώτισμα
λωτοβοσκός
λωτοειδής
λωτόεις
λωτοκηρίον
λωτομήτρα
λωτός
Λῶτος
λωτοτρόφος
λωτοῦντα
Λωτοφαγία
Λωτοφαγὶς Σύρτις
Λωτοφάγοι
λωτοφάγοι
λωτοφάγος
λωτοφόρος
λωτοφυσητής
λωτρόν
λωτροχόος
λωφάξαλος
λῶφαρ
λωφάω
λωφέω
λωφήϊος
λώφημα
λώφησις
λώψ
λῴων
μ
Μ
Μ, μ
μʹ
μʼ
μά
μᾶ
μαʹ
Μαάθ
μαατρόν
Μαγαδάν
μαγαδεύω
μαγάδη
μαγάδης
μαγαδίζω
μαγάδιον
μάγαδις
μαγάζω
Μαγαῖος
…
λωτοφυσητής
Save
Pape
λωτοφυσητής
, s. λοπαδοφυσητής.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}