λωτρόν Save LSJ Brill-Montanari Grieks Nederlands Pape λωτρόν, λωτροχόος, Dor. for λουτρ-. λωφάξαλος· ἐμπηδήσας, Hsch. λῶφαρ· λώφημα, Id. λωτρόν Dor. for λουτρόν. λωτρόν Dor. voor λουτρόν. λωτρόν, τό, dor. = λουτρόν.