μάδισις
μᾰδ-ῐσις, εως, ἡ,
- = μάδησις (s.v.l.), μ. τριχῶν Hp. Epid. 2.1.7.
- II (μαδάω I) ῥιζῶν Thphr. CP 5.9.9.
μάδισις, εως (ἡ) [ᾰδῐ] chute des feuilles, Th. C.P. 5, 9, 9.
Étym. μαδίζω.
μάδισις, ἡ, = μάδησις, übh. das sich Auflösen, von Pflanzen, Theophr. v.l. μύδησις.