μαδαρότης
μαδαρότης, baldness
μᾰδᾰρ-ότης, ητος, ἡ,
- baldness, Hp. Hum. 1, cf. Gal. 16.88; falling off of the eyelashes, Id. 14.767.
μαδαρότης, ητος (ἡ) [ᾰᾰ] calvitie, Hpc. 47, 9 ; Gal. 8, 520.
Étym. μαδαρός.
μαδαρότης, ητος, ἡ, Kahlheit, Hippocr.