Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μαζάκις
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μάδεγμα
μαδηγένειος
μάδησις
Μαδιάμ
μαδιγένειος
μαδίζω
μάδισις
μάδισος
μαδιστήριον
μάδον
μαδόνη
μάδος
μαδός
μάδρυα
μαδρυνθήσομαι
μαδρύνω
Μαδύης
Μάδυτος
μαδών
μαδωνάϊς
μαδωνία
μαεῖται
μᾶζα
μάζα
μαζαγόας
μαζαγρέτας
Μαζαία
Μαζαῖοι
Μαζαῖος
Μάζακα
μαζάκις
Μαζάρης
Μαζαρινός
μαζάω
μαζέας
μαζεινός
Μαζεύς
μαζήρεοι
μαζηρός
μαζίνης
μάζινος
μαζίον
μαζίσκη
μαζοβόλιον
μαζονομεῖον
μαζονόμιον
μαζονόμον
μαζονόμος
μαζοπέπτης
μαζοποιέω
μαζοποιός
μαζός
Μαζουσία
μαζούσιος
μαζοφαγέω
μαζοφάγος
μαζοφορίς
μαζύγιον
μαζῶνες
Μαζῶνες
μαθαλίς
…
μαζάκις
Save
LSJ
μαζάκις·
δόρυ Παρθικόν,
Hsch.
μαζάρυγξ·
τὰ ἐπὶ τῷ πότῳ ἐπιόντα,
Id.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}