μαδιγένειος
μαδιγένειος, smooth-chinned
μᾰδῐγένειος, ον, (μαδαρός, γένειον)
- smooth-chinned, Arist. HA 518b20 (prob. μαδηγένειοι, cf. μαδαγένειος and Poll. 2.88).
μαδι·γένειος, v. μαδηγένειος.
μαδιγένειος, s. μαδηγένειος.