Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μαδαροκέφαλος
μαδαροκέφαλος, bald-headed
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Μαγνήτης
Μαγνητικός
Μαγνήτινος
μαγνήτινος
μαγνῆτις
Μαγνῆτις
Μαγνόπολις
μάγνος
Μάγνος
Μάγοι
Μάγος
μάγος
Μᾶγος
μαγοφόνια
μαγοφονία
μαγύδαρις
Μαγώγ
μαγῳδή
μαγῳδία
μαγῳδός
Μάγων
μαδαγένειος
μαδαῖος
μαδάλλει
μαδάλλω
μάδαρα
μαδάρα
μαδάρεις
μαδαριάω
μάδαρις
μαδαροκέφαλος
μαδαρός
μαδαρότης
μαδαρόω
μαδάρωσις
μαδάσκομαι
Μαδάτας
μαδάω
μᾶδδα
μάδδα
μάδεγμα
μαδηγένειος
μάδησις
Μαδιάμ
μαδιγένειος
μαδίζω
μάδισις
μάδισος
μαδιστήριον
μάδον
μαδόνη
μάδος
μαδός
μάδρυα
μαδρυνθήσομαι
μαδρύνω
Μαδύης
Μάδυτος
μαδών
μαδωνάϊς
μαδωνία
…
μαδαροκέφαλος
Save
μαδαροκέφαλος, bald-headed
LSJ
μᾰδᾰροκέφᾰλος, ον,
bald-headed,
Tz.
H.
7.851.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}