Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μαζήρεοι
μαζήρεοι, bastards
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μάδισος
μαδιστήριον
μάδον
μαδόνη
μάδος
μαδός
μάδρυα
μαδρυνθήσομαι
μαδρύνω
Μαδύης
Μάδυτος
μαδών
μαδωνάϊς
μαδωνία
μαεῖται
μᾶζα
μάζα
μαζαγόας
μαζαγρέτας
Μαζαία
Μαζαῖοι
Μαζαῖος
Μάζακα
μαζάκις
Μαζάρης
Μαζαρινός
μαζάω
μαζέας
μαζεινός
Μαζεύς
μαζήρεοι
μαζηρός
μαζίνης
μάζινος
μαζίον
μαζίσκη
μαζοβόλιον
μαζονομεῖον
μαζονόμιον
μαζονόμον
μαζονόμος
μαζοπέπτης
μαζοποιέω
μαζοποιός
μαζός
Μαζουσία
μαζούσιος
μαζοφαγέω
μαζοφάγος
μαζοφορίς
μαζύγιον
μαζῶνες
Μαζῶνες
μαθαλίς
μαθαλλίς
μαθᾶμαι
μαθεῖν
μαθετάς
μάθη
μάθημα
μαθηματικεύομαι
…
μαζήρεοι
Save
μαζήρεοι, bastards
LSJ
μαζήρεοι, οἱ,
bastards,
I Enoch
10.9. (Hebr.
mamzēr.
)
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}