μαζοφορίς Save LSJ Pape μαζο-φορίς, ίδος, ἡ, (φέρω) = μαζονόμος, Hsch. μαζοφορίς, ίδος, ἡ, Schüssel zum Gerstenbrotauftragen, wie μαζονόμιον ὅμοιον κανῷ, Hesych.