μαζίνης Save LSJ Bailly 2024 Pape μαζίνης, ὁ, f. l. for μάξεινος, Thphr. Fr. 171.2. μαζίνης, ου (ὁ) cabillaud, poisson, Th. fr. 12, 2. μαζίνης, ὁ, = μάζινος, Ath. VIII.332b.