Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μαθετάς
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μαζέας
μαζεινός
Μαζεύς
μαζήρεοι
μαζηρός
μαζίνης
μάζινος
μαζίον
μαζίσκη
μαζοβόλιον
μαζονομεῖον
μαζονόμιον
μαζονόμον
μαζονόμος
μαζοπέπτης
μαζοποιέω
μαζοποιός
μαζός
Μαζουσία
μαζούσιος
μαζοφαγέω
μαζοφάγος
μαζοφορίς
μαζύγιον
μαζῶνες
Μαζῶνες
μαθαλίς
μαθαλλίς
μαθᾶμαι
μαθεῖν
μαθετάς
μάθη
μάθημα
μαθηματικεύομαι
μαθηματικός
μαθηματικῶς
μαθηματοπωλικός
μαθημοσύνη
μαθησία
μάθησις
μαθήσομαι
μαθητεία
μαθητέος
μαθητεύω
μαθητής
μαθητιάω
μαθητικεύομαι
μαθητικός
μαθητός
μαθήτρια
μαθητρίς
Μαθθαθίας
Μαθθαῖος
Μαθθάν
Μαθθάτ
Μαθθίας
μάθον
μάθος
Μαθουσάλα
μάθυιαι
μαθών
…
μαθετάς
Save
LSJ
μαθετάς, ᾶ, ὁ, Dor. for
μαθητής,
SIG
721.7 (Cnossus, found at Delos, ii B. C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}