μαλακόγειος
μαλακόγειος, with soft soil
μᾰλᾰκό-γειος, ον, (γῆ)
- with soft soil, χώρα Str. 1.3.7.
μαλακό·γειος, ος, ον [ᾰᾰ] dont le sol est mou, Str. 52.
Étym. μαλακός, γῆ.
μαλακόγειος, mit weichem Boden, Strab. 1.3.7.
μαλακόγειος
μᾰλᾰκό-γειος, ον
γῆ
- with or of soft soil, Strab.