Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μαλακίννης
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μακών
μάκων
μακώνειον
μακωνίδες ἄρτοι
μάλα
μαλαβάθρινος
μαλάβαθρον
μαλάγας
μάλαγμα
μαλαγματίζω
μαλαγματώδης
Μάλακα
μαλακαίπους
μαλακαύγητος
μαλακαυγητός
μαλακαύχητος
μαλάκεια
μαλάκειον
μαλακευνέω
μαλακεύνητος
μαλακευτικός
Μαλάκη
μαλάκηκτος
μαλακία
μαλάκια
μαλακίας
μαλακιάω
μαλακιέω
μαλακίζομαι
μαλακίζω
μαλακίννης
μαλάκιον
μαλακισμός
μαλακιστέον
μαλακίων
μαλακόγειος
μαλακόγναθος
μαλακογνώμων
μαλακόδερμος
μαλακοειδής
μαλακόευνος
μαλακόθριξ
μαλακοκάρδιος
μαλακόκισσος
μαλακοκόλαξ
μαλακοκρανεύς
μαλακόλαλος
μαλακοποιέω
μαλακοποιός
μαλακόπους
μαλακοπτυχεῖς
μαλακοπτυχής
μαλακοπύρηνος
μαλακός
μαλακόσαρκος
μαλακόστρακος
μαλακόσωμος
μαλακότης
μαλακοτρεφής
μαλακότριχος
μαλακόφθαλμος
…
μαλακίννης
Save
LSJ
μαλακίννης·
παρθένος,
Hsch.
; cf.
μαλκενίς
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}