μαλακοπτυχής Save LSJ Bailly 2024 μᾰλᾰκο-πτῠχής, ές, dub. sens., ἄρτοι Philox. 2.36. μαλακο·πτυχής, ής, ές [ᾰᾰ] aux plis souples, flexible, Philox. (Ath. 147e). Étym. μ. πτυχή.