μαρτυρητικός
μαρτυρητικός, complimentary
μαρτῠρ-ητικός, ή, όν,
- complimentary, ψηφίσματα μ. καὶ τιμητικά Jahresh. 13.201 (Alabanda, ii A.D.).
μαρτυρητικός, complimentary